Το Παρίσι για πολλούς ποιητές της δεκαετίας του 1920 είναι ένας τόπος καλλιτεχνικής ελευθερίας.Η Μαρία Πολυδούρη γνωρίζει άπταιστα τη γαλλική γλώσσα και αγαπά τους συμβολιστές και τους “καταραμένους”ποιητές.Είναι 24 χρονών όταν αποφασίζει να ταξιδέψει στο Παρίσι.Είναι ορφανή και από τους δύο γονείς της,έχει χωρίσει από τον Καρυωτάκη,με δική του επιθυμία μετά από την ανακάλυψη της αρρώστιας του,και διαλύει με δική της πρωτοβουλία τον αρραβώνα της με τον Αριστοτέλη Γεωργίου,έναν πλούσιο νέο και ωραίο δικηγόρο που την αγαπά και θέλει να την παντρευτεί.Με το μερίδιο που έχει στα χέρια της,από την πατρική περιουσία η νεαρή Μαρία φτάνει τον Δεκέμβριο του 1926 στο Παρίσι,γεμάτη όνειρα για μια καινούργια ζωή.Η ίδια δεν έγραψε ποτέ γιατί πάει στο Παρίσι.Ίσως σε μια φράση της στο ποίημα “Παρίσι” δείχνει την απόλυτη αγάπη της γι αυτή την πόλη και ο λόγος που πήγε εκεί ήταν γιατί”δεν ήθελε να θυμάται”.Η ακριβής ημερομηνία της αναχώρησής της έγινε πρόσφατα γνωστή,από την ανακάλυψη της αλληλογραφίας της με δύο φίλους της στην Ελλάδα.Από τα γράμματά της,μαθαίνουμε ότι πριν φύγει για το Παρίσι είχε παραδώσει ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημά της στον εκδότη Γανιάρη και περιμένει την απάντησή του.Όταν φτάνει στο Παρίσι,στην αρχή μένει σε ένα ξενοδοχείο πλάι στην Opera.Το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να πάει στο Cartier La Pen και αυτό το ξέρουμε από το γράμμα που γράφει στον φίλο της Κώστα Παπαδάκη.Το δεύτερο είναι ότι αναζητά δουλειά και θέλει να ασχοληθεί με το cinema.Η Πολυδούρη είχε σπουδάσει θέατρο.Αργότερα λέει ότι δε μπορεί να βρει δουλειά εκεί γιατί πρέπει να έχει κάποιος μέσον.Δεν υπάρχει κάποιος να μιλήσει γι’αυτήν και να την υποστηρίξει…

“Τώρα θέλεις νέα μου Παριζιάνικα;Για λόγους οικονομίας δεν πηγαίνω στα ωραιότερα που έχει να επιδείξει το Παρίσι.Τα θέατρά του είναι απροσπέλαστα.Μονάχα ελπίζω να το γνωρίσω όταν μπορέσω.Φροντίζω πολύ να με πάρουν σε κανένα cinema,είναι η μόνη εργασία που επιθυμώ. Η δουλειά του γραφείου δεν έχει κανένα θέλγητρο για μένα.Εν τω μεταξύ γράφω άλλο ρομάντζο μου κάτω από τις μεγάλες επιδράσεις που έχει το Παρίσι επάνω μου.Είναι μια πόλη που σε ρίχνει με τα μούτρα στην ύλη ή σε εξαϋλώνει αν έχεις μέσα σου το σαράκι του ρομαντισμού.Σε μένα φυσικά έχει συμβεί το δεύτερο.”(10.3.1927)

Αφού ψάχνει για πολλούς μήνες να βρει δουλειά, νοικιάζει ένα δωμάτιο στο διαμέρισμα δυο Γαλλίδων,στο 9ο.Δεν ξέρουμε πόσους μήνες έμεινε εκεί.Φαίνεται ότι όταν η οικονομική της κατάσταση χειροτέρεψε,έφυγε από εκεί και πια δεν ξέρουμε που έμενε,από ένα σημείο και μετά τα γράμματά της τα παίρνει σε ποστ ρεστάντ.

“Έπληττα στην Αθήνα αυτόν τον τελευταίο καιρό, έπληττα φοβερά,εδώ πέρα το κρύο δεν τον αφήνει κανένα να πλήξει!Κι όταν έχει κανείς λεφτά για χάλασμα καταλαβαίνεις…μοναχά δυστυχώς που τελειώνουν,εκπνέουν κι είμαι υποχρεωμένη να εργαστώ.Ben oui, ben oui,όπως λένε και οι φίλοι μας οι Γάλλοι.Είμαι ένα μήνα εδώ και κοντεύω να μάθω όλο το Παρίσι.Γνώρισα αρκετό κόσμο,κάνω και κάποιες διαλέξεις,μη ρωτάς!Πάντως,entre grecs οι διαλέξεις και προπαντός entre etudiants.Ce qu’ il est plus convenable.Μου συγχωρείς τη φόρα των γαλλικών,ξέρεις έχω ένα μήνα να μιλήσω ελληνικά, αν εξαιρέσεις λίγες καλημέρες στους compatriotes, “πάλι τα ίδια της συχωρεμένης”,όπως έλεγε ο μακαρίτης ο πατέρας μου.Έχω μια κάμαρη σε μια γαλλική οικογένεια,δηλαδή τι οικογένεια δυο γεροντοκόρες οι οποίες -entre nous- μου φαίνεται πως είναι Lesbiennes…γιατί αντρίκιο πόδι δεν πατάει εδώ μέσα.Αν το βρίσκεις πολύ shoking το γράμμα μου σε παρακαλώ να το σκίσεις αλλά όχι πριν το διαβάσεις όλο.Εγώ από μέρους μου θα ήμουν πολύ ευχαριστημένη,αν βρίσκονταν μερικοί λόγοι για να σε ανάγκαζαν να μου γράφεις καμιά φορά.Ben oui!”(17.1.1927)

Υποφέρει από το κρύο,δεν έχει χρήματα για τα στοιχειώδη,ούτε για να φάει και κάποια στιγμή γράφει,το φθινόπωρο του ’27,ότι βρήκε επιτέλους μια δουλειά.Η δουλειά αυτή υποθέτουμε ότι είναι στη σχολή ραπτικής Pigier,από όπου παίρνει το Δίπλωμά της.Πιθανόν εκεί εργάζεται ταυτόχρονα ως μαθητευμόμενη και της εξασφαλίζει κάποιο χαρτζιλίκι.Επίσης γράφει πολλές φορές ότι ενώ στο Παρίσι γίνονται τόσο σπουδαία πράγματα εκείνη δε μπορεί να πάει ούτε θέατρο.Αυτό ήταν από τα πράγματα που πραγματικά της κόστιζαν.

“Εγώ δε βρήκα λοιπόν εργασία,περνώ μέσα στο Παρίσι μια ζωή χειρότερη από σε ελληνική επαρχία,κάνοντας τις μεγαλύτερες οικονομίες για να επαρκέσω,αυτό όμως δεν ξέρω πόσο θα διαρκέσει.Για να πάω σε κινηματογράφο είναι πάρα πολύ δύσκολο,όπως μου είπαν,αν δε με συστήσουν.Είναι ρουσφέτι κι αυτό…τι να κάνεις. Παίρνουν όλους τους συγγενείς και τις φίλες των ηθοποιών αδιάφορο αν είναι ή δεν είναι καλλιτέχναι.”(11.6.1927)

Η Πολυδούρη βρίσκεται στο Παρίσι πολύ φτωχή και ελπίζει με το περιπετειώδες πνεύμα της ότι θα τα καταφέρει.Τελικά δε τα καταφέρνει κι ερχεται αντιμέτωπη με μια πολύ δύσκολη πραγματικότητα. Με άλλους Έλληνες δε συνδέεται.Στην αρχή έγραφε ότι έβγαζε ένα χαρτζιλίκι κάνοντας μαθήματα σε Έλληνες.Η Πολυδούρη σίγουρα προσπαθεί να μπει στη γαλλική κοινότητα και δεν τα καταφέρνει,γιατί δεν έχει χρήματα και γιατί επίσης αυτή η πλευρά της,της καταραμένης,με μια ελευθεριάζουσα συμπεριφορά,την εμπόδισε να μπει στη γαλλική κοινωνία που είναι πολύ κλειστή. Όταν έφτασε στο Παρίσι γράφει στον Παπαδάκη ότι έχει αλληλογραφία με πολλούς.Σιγά-σιγά σταμάτησε κάθε επαφή με την Ελλάδα και απομονώθηκε εκεί.Τι μπόρεσε να μάθει από την γαλλική κουλτούρα εκείνα τα χρόνια;Δεν ξέρουμε.Μπορεί να πήγαινε σε βιβλιοθήκες να διαβάσει.Το μόνο που λέει στην αλληλογραφία της είναι ότι για το μόνο που λυπάται είναι τα βιβλία της που έχουν μείνει στην Ελλάδα και πόσο της λείπουν και ρωτά συνεχώς αν υπάρχουν νέα για το βιβλίο της.

“Περιμένω με ανυπομονησία να μου γράψεις για το βιβλίο μου.Με συγχωρείς που σου γράφω έτσι sans facon τις αξιώσεις μου μα θα καταλαβαίνεις αν αποδίνω σημασία ή όχι. Είναι η μόνη ύπαρξή μου αυτή. Απ’ αυτό εξαρτάται να ζήσω ή να πεθάνω. Σου το λέω ξάστερα σε σένα που μπορείς να το καταλάβεις αυτό.Το να μπορώ να γράψω είναι η υπέρτατη ευτυχία μου και η μοναδική.Και δεν μπορώ να γράψω πια,περιμένω πάντα.”(6.10.1927)

Στο Παρίσι αρρωσταίνει ξανά.Είχε ήδη αρρωστήσει από αδενοπάθεια στην Ελλάδα και είχε νοσηλευτεί.Έχει το μικρόβιο της φυματίωσης.Το ’23 και το ’24 ήταν στο Μαρούσι και στο Χαλάνδρι προσπαθώντας να συνέλθει και το καλοκαίρι του ’26,λίγο πριν φύγει για το Παρίσι,ήταν στη Φτέρη Κορινθίας,ένα χωριό στο οποίο πήγαιναν ασθενείς για να συνέλθουν από τη φυματίωση.Οι συνθήκες στο Παρίσι,το κρύο,η φτωχή ζωή της,την κάνουν κάποια στιγμή να καταρρεύσει.Τη μεταφέρουν στο νοσοκομείο Charité,ένα νοσοκομείο απόρων.Τον Ιανουάριο του 1928 θα διαγνωστεί με φυματίωση.Στο Charité παραμένει για ένα μήνα.Οι γιατροί της συστήνουν να επιστρέψει στην Ελλάδα.Αρχές Μαρτίου παίρνει το τρένο για τη Μασσαλία και από εκεί το πλοίο για τον Πειραιά.

“Ο χειμώνας μας πλάκωσε άγριος.Χιόνια,βροχές και ρέστα,αλλά αρχίζω να αντοστάρομαι με το κλίμα.Να πάρει ο διάβολος έχω χάσει τη γλώσσα μου πιστεύεις;Δε βρίσκω τις λέξεις και οι γαλλικούρες πηδάνε στη μέση.Ό,τι κατηγόρησα συνέβηκε σε μένα.”(29.11.1927)

Είναι άρρωστη και απένταρη.Όλη η εμπειρία της στο Παρίσι κατέληξε με ένα τρόπο τραγικό.Είναι η αρχή του τέλους το Παρίσι.Συναντά τη μοίρα της. Επιστρέφει στην Ελλάδα και μπαίνει στο νοσοκομείο γιατί δεν είχε που αλλού να πάει,είναι η αρχή του τέλους της…