Συνέδεσε το όνομά του με τη Montmartre και το Moulin Rouge, τις χορεύτριες, τις διαφημιστικές αφίσες και το Παρίσι.

Ο μικροκαμωμένος Henri Marie Raymond de Toulouse-Lautrec-Monfa έζησε στη σκοτεινή πλευρά της νυχτερινής ζωής της Montmartre, μέσα στο Moulin Rouge και τα άλλα καμπαρέ της εποχής εκείνης στο Παρίσι. Λάτρεψε τις γυναίκες, το ποτό και τη ζωγραφική. Οι διαφημιστικές αφίσες ξεκίνησαν από εκείνον. Και δεν άργησε να τις κάνει Τέχνη. Η μαύρη γάτα και ο άνδρας με το κόκκινο κασκόλ είναι αφίσες που μπορεί να τις δει κανείς όπου κι αν γυρίσει το βλέμμα του στο Παρίσι. Ειδικά στην Place de Clichy της Montmartre, περιοχή όπου βρίσκονται τα καμπαρέ. Ο Lautrec αγάπησε και έζησε με πάθος τη ζωή του. Γεννήθηκε στο Albi (24/11/1864 – 9/09/1901) σε μια εκκεντρική αριστοκρατική οικογένεια. Ο πατέρας του, ο Κόμης Alphonse, ήταν γνωστός για τον περίεργο χαρακτήρα του. Έπλενε τις κάλτσες του στο ποτάμι και έκανε ιππασία ντυμένος… παράξενα.

Η ζωή έδειξε από νωρίς το σκληρό της πρόσωπο στον Lautrec. Τον Αύγουστο του 1867 απέκτησε έναν αδερφό αλλά μόλις ένα χρόνο μετά, πέθανε. Ο θάνατος του αδερφού του έφερε το διαζύγιο των γονιών του και ο Henri μεγάλωσε με τη νταντά του. Σε ηλικία 8 ετών πήγε στο Παρίσι για να ζήσει με τη μητέρα του. Τότε έκανε τα πρώτα του σκίτσα στα βιβλία του. Η οικογένεια αναγνώρισε άμεσα το ταλέντο του και ο φίλος του πατέρα του Rene Princeteau ανέλαβε να του δώσει μαθήματα.Το 1875 η μητέρα του τον έστειλε πίσω στο Albi, το χωριό των Πυρηναίων όπου γεννήθηκε. Είχε αναγνωρίσει τα προβλήματα υγείας του γιου της. Τον έστειλε για ιαματικά λουτρά και προσπάθησε να συμβουλευτεί γιατρούς και ειδικούς για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα στην ανάπτυξη του γιου της. Οι γονείς του ήταν πρώτα ξαδέρφια, πρακτική που ήταν ευρύτερα διαδεδομένη εκείνη την εποχή προκειμένου να διατηρηθεί η περιουσία της οικογένειας μεταξύ των μελών της. Το γεγονός αυτό ωστόσο οδηγούσε σε γενετικές ανωμαλίες, όπως και στην περίπτωση του Lautrec, του οποίου τα πόδια σταμάτησαν να αναπτύσσονται φυσιολογικά σε ηλικία 12 – 14 ετών. Το ύψος του έφθανε μόλις το 1,5 μέτρο ενώ σε αντίθεση με τα πόδια του, το υπόλοιπο σώμα του είχε φυσιολογική ανάπτυξη. Εξαιτίας αυτής της ανωμαλίας στη σωματική του διάπλαση, αδυνατούσε να ακολουθήσει μία συμβατική κοινωνική ζωή, γεγονός που πιθανά λειτούργησε καταλυτικά στο να αφοσιωθεί στη ζωγραφική.

Δεν άργησε να στραφεί στο ποτό. Ζούσε μέσα στα καμπαρέ και ζωγράφιζε τις χορεύτριες. Λέγεται πως κάθε Παρασκευή βράδυ έκανε πάρτι στο σπίτι του και έβαζε τους καλεσμένους του να δοκιμάσουν τα… εξ Αμερικής κοκτέιλ όπως το “Σεισμός”, που περιείχε αψέντι και κονιάκ.

Λίγο πριν το θάνατό του, τον έβαλαν σε σανατόριο. Εκεί η υγεία του δεν άντεξε τις επιπλοκές από το αλκοόλ και τη σύφιλη. Πέθανε σε ηλικία 36 ετών. Λέγεται πως οι τελευταίες λέξεις του ήταν Le vieux con. Θεωρείται πως αυτό ήταν το αντίο στον πατέρα του.

Μετά το θάνατό του, η μητέρα του χρηματοδότησε τη δημιουργία μουσείου στη γενέτειρά του. Το Μουσείο Toulouse-Lautrec διαθέτει την μεγαλύτερη συλλογή έργων του καλλιτέχνη.