Το 2012, θέλοντας να μεταφερθεί στην εποχή του μεσοπολέμου, παρουσιάζει μια σειρά από φωτογραφίες, τραβηγμένες από διάφορα ιστορικά μέρη του Βερολίνου. Ανακάλυψε μια αίθουσα χωρού, στην οποία χόρευαν στρατιωτικοί κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, η οποία ήταν κατεστραμμένη αλλά ακόμα σε χρήση. Συγκεκριμένα, εμπνευσμένος από το έργο του Otto Dix, “Salon”, απεικονίζοντας τρεις γυναίκες σε μεγάλη ηλικία, να κάθονται σε ένα τραπέζι και μια νεαρότερη κοπέλα να στέκεται και να κοιτάει την κάμερα με την χαρακτηριστική αλαζονεία της νιότης. Η πρώτη ήταν 89 χρόνων και φαινόταν πραγματικά σε κακή κατάσταση, η μεσαία φαινόταν να έχει ένα χαμόγελο θλιμμένο, το οποίο προέκυψε όταν της είπε απλώς να “σκεφτεί τα νιάτα της” και η τρίτη γυναίκα ήταν βαμμένη πολύ έντονα θυμίζοντας την εικόνα μιας γκέισας. Όπως λέει ενώ έχει πολλές ιδέες στο μυαλό του, όταν φωτογραφίζει, ποτέ δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος να ερμηνεύσεις μια εικόνα.

Ο Olaf ξεκίνησε την καριέρα του στις αρχές της δεκαετίας του 1980, αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του πάνω στη δημοσιογραφία, εργάστηκε για λίγα χρόνια σαν φωτορεπόρτερ.  Όπως ο ίδιος έχει πει σε πρόσφατες συνεντεύξεις του, αγαπάει το φως της ημέρας, αλλά προτιμάει τη νυχτερινή ζωή, ενώ  όπως αναφέρει, σε ολόκληρη τη ζωή του αντιμετωπίζει πολύ μεγάλο πρόβλημα σχετικά με την σχέση του με την πραγματικότητα. Αυτός ήταν και ο λόγος που τελικά προτίμησε να μετακομίσει σε ένα στούντιο, εκεί όπου θα μπορούσε να δημιουργήσει την δική του φαντασία, τον δικό του ονειρικό κόσμο, τον δικό του σουρεαλισμό.

“Πάντα χαρακτηρίζω το στυλ του ως “one-still cinema”, καθώς δεν μπορείς να γνωρίζεις τι προηγήθηκε πριν, ούτε τι ακολουθεί μετά, κάνοντας τις φωτογραφίες του, τόσο αινιγματικές όσο και ενοχλητικές, με έναν όμορφο τρόπο.”